ἀρριχάομαι

ἀρριχάομαι
See also: ἀναρριχάομαι
Page in Frisk: 1,152

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αναρριχώμαι — (Α ἀναρριχῶμαι, άομαι) ανεβαίνω, σέρνομαι σε κατακόρυφη ή δύσβατη επιφάνεια, σκαρφαλώνω νεοελλ. 1. (για φυτά) ανεβαίνω και απλώνω τα κλαδιά σε δέντρο ή τοίχο 2. μτφ. ανέρχομαι διαδοχικά σε αξιώματα με ανέντιμα μέσα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για παλαιό …   Dictionary of Greek

  • (s)reigh- —     (s)reigh     English meaning: to climb, creep     Deutsche Übersetzung: “klettern, mũhsam kriechen”?     Note: (also (s)reikh ?)     Material: O.Ind. ríṅgati (voiced nonaspirated in connection with the nasalization) and ríṅkhati “bewegt… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.